8.8.10

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης ‐ «Όνειρο στο κύμα»
Απόσπασμα: «Την στιγμήν εκείνην...να επιβάλω σιωπήν εις την αίγα μου» (σχολικό βιβλίο, σελίδες 170‐175).

1. Να σχολιάσετε τις γλωσσικές επιλογές του Αλ. Παπαδιαμάντη στην ενότητα που σας δόθηκε.

2. Ο τίτλος του διηγήματος «Όνειρο στο κύμα» προμηνύει πως στο συγκεκριμένο έργο κυριαρχεί το ονειρικό στοιχείο. Σε ποια σημεία της ενότητας επιβεβαιώνεται η παραπάνω άποψη και πώς διαφοροποιείται το ονειρικό στοιχείο από τον κόσμο της πρματικότητας;

3. Να χαρακτηρίσετε το είδος του αφηγητή του διηγήματος.

4. «Δεν θα ερριψοκινδύνευα να έλθω τόσον σιμά εις τά σύνορά της, εγώ ο σατυρίσκος του βουνού, να λουσθώ, εάν ήξευρα ότι εσυνήθιζε να λούεται καί τήν νύκτα μέ τό φώς της σελήνης. Εγνώριζα, ότι το πρωί, άμα τη ανατολή του ηλίου συνήθως ελούετο». Να σχολιάσετε το περιεχόμενο της παραπάνω πρότασης.

5. Να εντοπίσετε τις ομοιότητες ανάμεσα στο απόσπασμα του Μυριβήλη «Το κορμί της άστραψε...χτυπάνε κλοτσιές μέσα στα λαγόνια» (σχολικό βιβλίο σελίδες 351‐352) από την «Παναγιά τη Γοργόνα», και την ενότητα «Ήταν απόλαυσις, όνειρο, θαύμα...δεν εσκεπτόμην πλέον τα επίγεια» από το «Όνειρο στο κύμα».

ΑΠΑΝΤΗΣΗ

1. Η γλώσσα του Παπαδιαμάντη είναι η καθαρεύουσα. Δε λείπουν, όμως, και λέξεις της αρχαίας ελληνικής και της δημοτικής, τις οποίες ο διηγηματογράφος χρησιμοποιεί είτε ελεύθερα στους διαλόγους και τις αφηγήσεις των προσώπων, είτε μέσα σε εισαγωγικά. Με τον τρόπο αυτό η γλώσσα του Παπαδιαμάντη αποκτά ένα ιδιαίτερο και προσωπικό ύφος.
Επιπλέον, αξίζει να επισημανθεί το γεγονός ότι σε ολόκληρο το διήγημα είναι συχνή η χρήση επιθέτων. Μάλιστα συνήθης είναι η τακτική του Παπαδιαμάντη να τοποθετεί το επίθετο μετά το προσδιοριζόμενο ουσιαστικό. Στη συγκεκριμένη ενότητα υπάρχουν παραδείγματα που πιστοποιούν την παραπάνω άποψη: «το φως της σελήνης το μελιχρόν», «τον τράχηλόν της τον εύγραμμον». Με τον τρόπο αυτό το κείμενο προσλαμβάνει ποιητικό χαρακτήρα. Εκτός από επιθετικούς προσδιορισμούς, ο Παπαδιαμάντης χρησιμοποιεί και επιρρηματικούς προσδιορισμούς για να αποκτήσει ο λόγος του σαφήνεια και ακριβολογία («εγνώριζα, ότι το πρωί, άμα τη ανατολή του ηλίου συνήθως ελούετο»). Αυτός ο συνδυασμός ονοματικών‐επιρρηματικών προσδιορισμών συμβάλλει στην εξαιρετική εικονοπλασία και στην παραστατικότητα των περιγραφών κρατώντας αμείωτο τονδιαφέρον του αναγνώστη ακόμη και στα σημεία του διηγήματος όπου απουσιάζει η δράση και κυριαρχεί η περιγραφή.
Πέραν των άλλων, ο Παπαδιαμάντης συνηθίζει να επινοεί λέξεις ή να χρησιμοποιεί λέξεις αθησαύριστες με τις οποίες διανθίζεται ο λεξιλογικός πλούς του. Στο συγκεκριμένο απόσπασμα τέτοιες λέξεις υπάρχουν κυρίως στις περιγραφές του κολπίσκου όπου θα διεξαχθεί το κεντρικό επεισόδιτου διηγήματος («μελιχρόν», «περιαργυρούν»).
Τέλος, αν και δεν επιβεβαιώνεται η κρίση αυτή στη συγκεκριμένη ενότητα, σε όλο το διήγημα υπάρχουν εκκλησιαστικές λέξεις γεγονός που αποδεικνύει το έντονο θρησκευτικό αίσθημα του διηγηματογράφου.

2. Σύμφωνα με τον Κ. Θ. Δημαρά «αυτά που ονομάζουμε διηγήματα (του Παπαδιαμάντη) είναι σύντομες συνήθως αφηγήσεις, όπου περιγράφεται μια στιγμή της ζωής ενός ανθρώπου...». Πράγματι, στο διήγημα «Όνειρο στο κύμα» αποδεικνύεται πως το κεντρικό επεισόδιο του διηγήματος, το κολύμπι της γυμνής Μοσχούλας, είναι μια στιγμή της ζωής του αφηγητή‐πρωταγωνιστή τόσο καθοριστική για το μέλλον του που αποκτά διαστάσεις συμβόλου.
Ήδη από τον τίτλο του διηγήματος ο αναγνώστης προϊδεάζεται για τη σπουδαία θέση που κατέχει σ’ αυτό το ονειρικό στοιχείο. Έτσι, ενώ το διήγημα ξεκινά με την περιγραφή της καθημερινής ζωής ενός δεκαοχτάχρονου βοσκού
στη Σκιάθο, η κορύφωση της πλοκής και της δράσης του διηγήματος συντελείται όταν ο αφηγητής παραβρίσκεται ως θεατής μπροστά σε ένα γεγονόςξωπραγματικό: το κολύμπι ενός δεκαεξάχρονου κοριτσιού σε έναν ειδυλλιακό κολπίσκο κάτω από το «μελιχρόν» φως της σελήνης. Γι’ αυτό, άλλωστε, και η περιγραφή του «ονείρου στο κύμα» διαχωρίζεται από την πραγματικότητα για να τονιστεί η διαφοροποίηση αυτού του συμβάντος απ’ ό,τι είχε συμβεί έως εκείνη τη στιγμή στη ζωή του νεαρού βοσκού.
Η σκηνή του ονείρου και ο διαχωρισμός του από την πραγματικότητα αρχίζει με έναν ήχο που προερχόταν από το «σφοδρόν πλατάγισμα» που προκάλεσε το σώμα της Μοσχούλας πέφτοντας στη θάλασσα. Από το σημείο αυτό ο Παπαδιαμάντης προσπαθεί αφενός να περιγράψει τη γυμνή Μοσχούλα που κολυμπά, αφετέρου να αποτυπώσει τα συναισθήματα του αφηγητή, συναισθήματα που πολύ απέχουν από τα «επίγεια». Ενδεικτικά αναφέρεται πως οι παρομοιώσεις («από τους βοστρύχους...ως ποταμός από μαργαρίτας...»), οι μεταφορές («την άπειρον οθόνην του γαληνιώντος πελάγους»), τα ασύνδετα σχήματα («ήτο νηρηίς, νύμφη, σειρήν...»), οι κλιμακώσεις («ήτον απόλαυσις, όνειρον, θαύμα»), τα χιαστά («Έβλεπα...τους τορνευτούς») και οι αποσιωπήσεις («η ναυς των ονείρων...») συνιστούν μερικά μόνο από τα έξοχα δείγματα του ποιητικού λόγου που διέπουν την περιγραφή του ονείρου στο κύμα και αποδίδουν τμαγεία εκείνης της στιγμής στη ζωή του ήρωα. Όμως, το «Όνειρο» απρόσμενα τελειώνει όπως ακριβώς ξαφνικά ξεκίνησε: με έναν ήχο που προήλθε από το βέλασμα της κατσίκας του βοσκού: «Αίφνης εις τας ανάγκας του πραγματικού κόσμου μ’ επανέφερεν η φωνή της κατσίκας μου».
Από το σημείο αυτό και στο εξής η εικόνα του μπάνιου της Μοσχούλας σημάδεψε τη ζωή του αφηγητή. Η αναπόληση αυτού του περιστατικού είναι η μοναδική ανάμνηση της νεανικής, αθώας και ξένοιαστης εφηβείας του ήρωα στη Σκιάθο σε αντιδιαστολή με το καταθλιπτικό και δυστυχισμένο παρόν του στην Αθήνα, όπου εργάζεται ως βοηθός δικηγόρου.

3. Σε όλο το διήγημα η αφήγηση γίνεται σε πρώτο πρόσωπο αφού ο αφηγητής είναι συνάμα και ο πρωγωνιστής της ιστορίας («ομοδιηγητικός – ενδοδιηγητικός αφηγητής»).
Παρόλ’ αυτά, στο συγκεκριμένο απόσπασμα παρατηρείται πως, ενώ η αφηγηματική «φωνή» είναι μία, στην πραγματικότητα διαπιστώνεται πως ο αφηγητής διαθέτει δύο υποστάσεις. Από τη μια μεριά, το όνειρο στο κύμα περιγράφεται από την οπτική γωνία του βοσκού που βίωσε το συγκεκριμένο περιστατικό. Έτσι, αποκαλύπτεται στον αναγνώστη με άμεσο και παραστατικό τρόπο το βίωμα, η εμπειρία του αφηγητή που επηρέασε δραματικά όχι μόνο το επαγγελματικό προσανατολισμό του, αλλά και ολόκληρη τη ζωή του. Από την άλλη μεριά, στην εξιστόρηση του κεντρικού επεισοδίου του διηγήματος,
παρεμβάλλονται τα σχόλια του ώριμου‐αφηγητή, δηλαδή του προλύτη. Αυτός, γνωρίζοντας την τελική έκβαση των γεγονότων, ασκεί κριτική στη συμπεριφορά και τις πράξεις του εφήβου βοσκού και βοηθά τον αναγνώστη να αντιληφθεί πλήρως την ψυχική κατάστη του δεκαοχτάχρονου εφήβου και τα διλήμματά του εκείνη τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή μπροστά σε μια εξωπραγματική γι’ αυτόν εμπειρία («Ούτε μου ήλθε τότε η ιδέα ότι, αν επάτουν επάνω εις τον βράχον όρθιος ή κυρτός, με σκοπόν να φύγω, ήτο σχεδόν βέβαιον, ότι η νέα δεν θα μ’ έβλεπε και θα ημπορούσα να αποχωρήσω εν τάξει»).

4. Ο αφηγητής προσπαθεί να απομακρύνει το αίσθημα της ενοχής που τον διακατέχει. Γνωρίζει ότι δε θα έπρεπε να βρίσκεται κοντά στον κολπίσκο όπου κολυμπούσε η Μοσχούλα. Γι’ αυτό προβάλλει ορισμένα επιχειρήματα για να δικαιολογήσει την παραμονή του στο χώρο αυτό.
Η επιχειρηματολογία του βασίζεται στο γεγονός ότι η Μοσχούλα δεν κολυμπούσε το βράδυ, αλλά συνήθως το πρωί. Ειδάλλως δε θα σύχναζε στο συγκεκριμένο μέρος. Μάλιστα, για να ενισχύσει την αθωότητά του αυτοχαρακτηρίζεται ως «σατυρίσκος» και όχι ως «σάτυρος» (είναι γνωστό ότι σύμφωνα με την αρχαία ελληνική μυθολογία οι σάτυροι ήταν οι τραγόμορφοι ακόλουθοι του θεού Διονύσου, που λόγω της ερωτοτροπίας τους, έγιναν συνώνυμα των ασελγών, των λάγνων και ερωτικά παρενοχλητικών ανθρώπων). Με τη χρήση του υποκοριστικού «σατυρίσκος», αντί για την αρνητικά φορτισμένη λέξη «σάτυρος», ο ήρωας προσπαθεί να εξηγήσει ότι τα κίνητρα των πράξεών του δεν είχαν υποκινηθεί ούτε από ερωτικά ούτε από πονηρά αισθήματα. Η παραπάνω άποψη, όμως, καταρρίφθηκε στη συνέχεια όταν ο νεαρός βοσκός, εκτός του ότι παρέμεινε κρυμμένος στο συγκεκριμένο χώρο, εξέφρασε και πονηρές σκέψεις για τη Μοσχούλα.
Τέλος, αξίζει ν’ αναφερθεί ότι η αναφορά στο «σατυρίσκο του βουνού» αποτελεί μία από τις επιδράσεις που άσκησε στο έργο του Παπαδιαμάντη η ποιμενική λογοτεχνία που εμφανίστηκε πρώτα στην αρχαιότα στα ποιήματα του Θεοκρίτου και στα έργα του Βιργιλίου αργότερα.

5. Διαβάζοντας παράλληλα τα αποσπάσματα του «Ονείρου στο κύμα» του Παπαδιαμάντη και της «Παναγιάς της Γοργόνας» του Μυριβήλη μπορούμε να καταλήξουμε στη διαπίστωση ότι ανάμεσα στα δύο κείμενα εντοπίζονται αρκετές ομοιότητες.
Και τα δύο αποσπάσματα περιγράφουν δύο νεαρά κορίτσια την ώρα που κολυμπούν ανέμελα στη θάλασσα. Και οι δύο σκηνές εκτυλίσσονται κάτω από το βλέμμα της Παναγίας. Στο «Όνειρο στο κύμα» η Μονή του Ευαγγελισμού
επισκιάζει το βοσκό και τις πράξεις του. Στο Μυριβήλη η σκηνή εποπτεύεται από την «Παναγιά τη Γοργόνα».
Επιπλέον, και στα δύο αποσπάσματα επικρατεί η ίδια ακριβώς λυρική ατμόσφαιρα. Το φως του φεγγαριού περιγράφεται με τρόπο παραστατικό τόσο από τον Παπαδιαμάντη («το φως της σελήνης το μελιχρόν, το περιαργυρούν όλην την άπειρον οθόνην») όσο και από το Μυριβήλη. Μάλιστα, ο Μυριβήλης εστιάζει περισσότερο την περιγραφή του στους σχηματισμούς που κάνει το φως του φεγγαριού στην επιφάνεια της θάλασσ («το φεγγάρι έριξε μια χεριά μεγάλες ασημένιες μονέδες», «ένας φαρδύς έρημος δρόμος από ρευστό φως, που τραβούσε πέρα, έφτανε ως τ’ ακρούρανα»).
Όμως, το σημείο εκείνο που εντοπίζονται οι περισσότερες αναλογίες ανάμεσα στα δύο αποσπάσματα είναι η περιγραφή του γυμνού κάλλους ν δύο κοριτσιών. Η περιγραφή γίνεται με τη χρήση μιας πληθώρας σχημάτων λόγου που προσδίδουν στα δύο κείμενα έναν λυρισμό έξοχο. Αξίζει να αναφερθεί χαρακτηριστικά, ότι η περιγραφή ξεκινά από το κεφάλι και τα μαλλιά για να συνεχιστεί με την περιγραφή των άνω άκρων (στον Παπαδιαμάντη «είχε βρέξει την κόμην της, από τους βοστρύχους της οποίας ως ποταμός από μαργαρίτας έρρεε το νερόν» «έβλεπα ... την κόμην της ... τον τράχηλόν της ... τους βραχίονας ...», στο Μυριβήλη «το κεφάλι βγήκε ήρεμα σα λουλούδι μες από το κύμα, κατόπι τα λαιμά, οι λαμπεροί ώμοι»). Βέβαια, ο Παπαδιαμάντης συνεχίζει τη λεπτομερή περιγραφή και των κάτω άκρων της Μοσχούλας «διέβλεπα την οσφύν ... τα ισχία της, τας κνήμας της, τους πόδας της», ενώ ο Μυριβήλης επικεντρώνεται στην περιγραφή των συναισθημάτων της λουομένης κόρης.
Τέλος, ομοιότητες παρατηρούνται και ως προς τα αισθήματα των δύο αφηγητών. Και οι δύο έχουν μείνει έκθαμβοι, αν και ο βοσκός στο «Όνειρο στο κύμα» εκφράζει εντονότερα την έκσταση που νιώθει («είχα μείνει χάσκων, εν εκστάσει...»), σε σύγκριση με το συγκρατημένο θαυμασμό του αφηγητή στην «Παναγιά τη Γοργόνα».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου